Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ: ΜΙΑ ΙΔΙΟΦΥΙΑ Ή ΕΝΑΣ ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ;



Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ:  ΜΙΑ ΙΔΙΟΦΥΙΑ Ή ΕΝΑΣ ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ;

Του Νικολού Φαρμακίδη

πολιτικού μηχανικού
  

Ένας Συμιακός, ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, μια ιδιοφυΐα που έζησε από το 1820 μέχρι 1867 ή το 1902, έκανε μοναδικό στόχο της ζωής του και τα κατάφερε να αλώσει τις Ακαδημίες και τα Μουσεία της Ευρώπης. Η ιστορία του είναι συναρπαστική, αλλά πάνω από όλα «τα χειρόγραφα του τινάζουν επιστημονικές έννοιες στον αέρα, κάνουν ακαδημίες και μουσεία να τρέμουν συθέμελα», λέει ο συγγραφέας Rüdiger Schaper. Και αυτό συνεχίζεται και τώρα και θα ταλαιπωρεί και στο μέλλον, έχοντας υποθηκεύσει την γνώση των λεγόμενων «λογίων», της δυτικής Ευρώπης για αιώνες. Τα 2.000 ή 5.000 χειρόγραφα, που κανείς δε ξέρει ποια είναι, τους κάνουν να διερωτώνται γιατί αυτός ο άνθρωπος βάλθηκε να τους κάνει τόσο μεγάλο κακό. Δεν βρίσκουν απαντήσεις, γιατί δεν φτάνει ο νους τους, αφού δεν καταλαβαίνουν το βασικότερο, τη φύση ενός «πληγωμένου Συμιακού».
            Ένας Γερμανός, ο Rüdiger Schaper, αρχισυντάκτης του πολιτιστικού τμήματος της εφημερίδας Tagespiegel, εντυπωσιάζεται από την προσωπικότητά του και γράφει μια βιογραφία του, η οποία στα ελληνικά κυκλοφορεί με τον τίλο «Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ του πλαστογράφου Κωνσταντίνου Σιμωνίδη» (εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ). Καλή προσπάθεια αλλά δεν είναι αυτός ο Σιμωνίδης, αφού ο συγγραφέας, παρασυρμένος από ανόητες ιστορίες των εχθρών του ή ενδεχόμενα και του ίδιου του Κωνσταντίνου, επειδή του άρεσε να περιπαίζει τους πάντες, τον περιγράφει ως περιθωριακό άτομο.
            Ο συγγραφέας δεν κατάλαβε ούτε που γεννήθηκε, γιατί τον μπέρδεψαν. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 1820 μέσα στη αναμπουμπούλα της Ελληνικής επανάστασης, σε ένα πλοίο που ταξίδευε από τη Ύδρα για τη Σύμη, και ήταν γιος του Σίμωνα Σιμωνίδη και της Μαρίας από τη Σύμη. Ο Κωνσταντίνος πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Σύμη, όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα 

            Ζούμε σε εποχές ακμής της Σύμης, αλλά και ανακατατάξεων. Το 1823 οι Συμιακοί θεώρησαν ότι ελευθερώθηκαν από την κυριαρχία των Οθωμανών[1] και ότι εντάχθηκαν στο Ελληνικό Κράτος. Αυτό το κράτος αργότερα (1830), την δίνει χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, μαζί με τα άλλα έντεκα νησιά του νοτιοανατολικού αρχιπελάγους, στους Οθωμανούς, ανταλλάσσοντας την με την Εύβοια. Όταν οι Συμιακοί το ανακαλύπτουν και αντιδρούν, οι λανθασμένοι χειρισμοί γίνονται λαθροχειρίες. Ήταν η αιτία να σταματήσει μια τρισχιλιετής τουλάχιστον ανεξαρτησία. Οι Συμιακοί δεν το συγχωρούν αυτό στους κρατούντες τότε στην Ελλάδα, όμως το καταπίνουν.
            Την χρονιά που γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος, οι Τούρκοι κλείνουν τη περίφημη Σχολή της Αγίας Μαρίνας, που στεγαζόταν στον ομώνυμο ναό. Οι Τούρκοι την θεώρησαν άνδρο της φιλικής εταιρείας και προφανώς κατέστρεψαν τα κτίρια που στεγαζόταν. Το 1823, με τους δασκάλους της Αγ. Μαρίνας, αναβιώνει η Ελληνική Σχολή του Κάστρου ή Δημόσια Ελληνική Σχολή, που στεγάζεται στα κτίρια της Παναγίας της Μεγάλης. Εδώ σπουδάζει ο Κωνσταντίνος και μας το βεβαιώνει, αφού στην αυτοβιογραφία του αναφέρει τους δασκάλους αυτής της Σχολής έναν – έναν:  Νεόφυτο, Βενέδικτο, Ιωάννη Φωτιάδη Συμαίο που μετονομάστηκε σε Ιερόθεο, τον Γάλλο Βιτάλη[2] κλπ.
            Η Σχολή της Αγίας Μαρίνας 1765 – 1820 ήταν μια σχολή προηγμένου Γυμνασίου, που προετοίμαζε μαθητές για ανώτατα ιδρύματα. Πρότυπα είχε τις Ακαδημίες της Μολδοβλαχίας και ήταν σε άμεση επαφή με την Ακαδημία της Οδησσού, ήταν δε πολύ γνωστή στο Πανελλήνιο. Μαθητές της γίνονταν δεκτοί στα Πανεπιστήμια της Ευρώπης, όπως ο Βαρδαλάχος στη ιατρική της Padova και άλλοι. Το ίδιο γινόταν και αργότερα με τη Σχολή του Κάστρου, αφού οι απόφοιτοι Συμιακοί σπούδαζαν ιατρική, νομική, οικονομία σε πανεπιστήμια όπως της Λειψίας, του Λονδίνου, του Παρισιού, του Γκρατς κλπ.
            Ονομαστοί διδάσκαλοι δίδαξαν στη σχολή της Αγίας Μαρίνας, όπως ο Γεράσιμος ιερομόναχος που δίδαξ και στη Σχολή του Καΐρου. Αυτός διετέλεσε και Σχολάρχης. Ο Νεόφυτος Φασουλάρης από τη Σύμη που μετακλήθηκε από τη Σχολή των Κυδωνιών. Ο Παντελής Συμιακός, ο ιερομόναχος Αγαπητός ΧατζηΝικήτας, ο Γεώργιος, ο Κωνσταντίνος, ο Μιχαήλ, ο Νικήτας Μπογιατζής, ο Ιωάννης Καλοδουκίδης – Μίγκλης, ο Βενέδικτος (Μιχαήλ Συπαχιό) και ο Ιωάννης Φωτιάδης[3], ο Νίκανδρος Φιλάδελφος που δίδαξε μετά στη Χίο κλπ.
            Μαθητές της Σχολής ήταν μεταξύ άλλων και ο Βαρδαλάχος[4], ο Βενέδικτος, ιερομόναχος που έγινε Σχολάρχης Σπετσών και Πόρου επί Καποδίστρια. Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν Ελληνική γλώσσα, ρητορική, γεωγραφία, μαθηματικά (αριθμητική, γεωμετρία, άλγεβρα), πειραματική φυσική, χημεία, μεταφυσική, λογική, ηθική, φυσική ιστορία, αρχαιολογία, Λατινική, Ρωσική, Γερμανική και Γαλλική.
            Ο συγγραφέας του βιβλίου μας λέει ότι δεν γνωρίζει το όνομα της μητέρας του και μας μιλά για μια μητριά και μια ομοφυλοφιλική σχέση με κάποιον Βενέδικτο με τον οποίο, αφού ο Κωνσταντίνος προσπαθεί να δηλητηριάσει τον πατέρα του και την μητριά του Μαρία, φεύγει και πάει στον Άθω. Δεν υπάρχει καμιά μητριά Μαρία, γιατί Μαρία είναι η μητέρα του και σίγουρα δεν δηλητηριάζει τον πατέρα και τη μητέρα του τους οποίους υπεραγαπά. Αν αυτή την ιστορία δεν τη έστησε ο ίδιος για να τους περιπαίξει, την έστησαν οι εχθροί του. Άλλωστε το 1853 γράφοντας στον κηδεμόνα του Αλέξανδρο Στούρτζα και αναφερόμενος στον πατέρα του λέει: «Ο σεβαστός πατήρ μου, ος και από καρδίας ασπάζεται σε, ερωτηθείς δι' επιστολής μου (κατά την σην εντολήν) περί του της μητροπόλεως Ρόδου κώδηκος..» και παρακάτω, «και ταύτας μεν πάσας τας περί του Ευαγγελίου τούτου ωφελήμους ειδήσεις ο ακάματος εν πάσει σεβαστός μοι πατήρ γράφει, ω και μυρίας ομολογώ αυτώ, από καρδίας, χάριτας», καθώς επίσης,  «Ο Αγάπιος (φησίν ο σεβαστός πατήρ μου, ο και τον άνδραν καλώς ειδώς)» και τέλος, «Ο Παΐσιος φιλότουρκος ών και φιλοτύραννος εγένετο η μάστιξ των σποράδων νήσων. Έχων συνεργούς και τον σατράπην της Ρόδου Σουκιούρ πασάν και τον ηγούμενον του πανορμίτου Κλαδάκην Κακακιόν καθ' ων αντιταχθείς ο πατήρ μου εξώρισε δια σουλτανικού φιρμανίου. Ο δε Παΐσιος ανακτήσας αύθις την της Ρόδου ποιμαντορίαν θυσία χρημάτων πολλών, και αφόρητος γενόμενος εδραπέτευσε νυχτώρ, κινηθείς αύθις κατ΄ αυτού ο πατήρ μου, καθά και συ καλώς οίδες τούτο προ πολλού χρόνου, ο δε Μεθόδιος ην χρημάτων εραστής και ουδέν πλέον.». Όλα αυτά δείχνουν ότι όχι μόνο ο Κωνσταντίνος δεν προσπάθησε να δολοφονήσει τον πατέρα του αλλά η αγάπη του και ο θαυμασμός του προς αυτόν ήταν μεγάλος.
            Ο Γερμανός συγγραφέας νομίζει ότι κάνει μια ανακάλυψη αναφερόμενος στη μαρτυρία του Αρχιδιακόνου της Θεσσαλονίκης Νικολαΐδη (1839 – 53), που είπε ότι δεν είχε ακούσει ποτέ για κάποιον Βενέδικτο στον Άθω. Και πράγματι, γιατί ο Βενέδικτος εκτός από δάσκαλος στη Αγ. Μαρίνα ήταν και Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Ταξιάρχου Μιχαήλ του Πανορμίτου από το 1794 μέχρι το 1838, οπότε και πέθανε. Δεν πήγε ποτέ του με τον Κωνσταντίνο στον Άθω, όπου κατά τον Γερμανό συγγραφέα πέθανε το 1840 και σίγουρα δεν τον διακόρευσε όπως ισχυρίζεται. Στον Άθω ο Κωνσταντίνος είχε δύο δασκάλους τον  Δαμασκηνό και το Γεννάδιο, έτσι τελειοποιήθηκε στην Αγιογραφία που έμαθε στη Σύμη.
            Από τη Σύμη έφυγε το 1843 σε ηλικία 23 ετών και όχι διωγμένος στα 16 του, όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας του βιβλίου, και πήγε στη Οδησσό, υπό την κηδεμονία του  Αλέξανδρου Στούρτζα, όχι στον Άθω. Ο Α. Στούρτζας (1791-1854) του οποίου την βιογραφία έγραψε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος[5], ήταν Έλληνας λόγιος της Οδησσού και επίσημος μεταφραστής του Τσάρου. Ήταν φίλος του Καποδίστρια και εκτελούσε διπλωματικές αποστολές για τον Τσάρο τον οποίο και συμβούλευε σε εξωτερικά θέματα. Στη Οδησσό είχε ήδη διδάξει ο  Βαρδαλάχος και γενικά υπήρχαν δεσμοί με την Σύμη. Ο Στούρτζας, εκτιμά τον Κωνσταντίνο, τον βοηθά και τον παρακολουθεί. Υπό την εποπτεία του σπουδάζει και ταξιδεύει. Η εκτίμησή του τεκμηριώνεται από το γράμμα που του γράφει ο Κωνσταντίνος από την Αλεξάνδρεια το 1852. Σε αυτό το γράμμα ο Κωνσταντίνος του γράφει διάφορες πληροφορίες, για τους επισκόπους της Ρόδου, για τους Συμιακούς Αγιογράφους, για το Ευαγγέλιο της Μονής του Ρουκουνιώτη και τέλος μεταφράζει ένα ιερογλυφικό κείμενο. Ότι γράφει είναι αληθινά και μπορεί κανείς να τα διαπιστώσει και σήμερα, όπως έκανα και εγώ.
            Ο Σιμωνίδης λοιπόν δεν ζει στην Ελλάδα, αλλά στη Σύμη. Η Ελλάδα, στην οποίαν ατένιζαν οι Συμιακοί εκείνα τα χρόνια ελπίζοντας σε μέρες ευημερίας, πίστεψαν ότι τους ξεπούλησε στους Τούρκους μαζί με τις μεγάλες δυνάμεις το 1830. Είναι λογικό λοιπόν να βλέπει όλους τους γραφειοκράτες και λόγιους του Ελληνικού κράτους με στραβό μάτι. Από τη μια οι Ευρωπαίοι, που με μανία σκαλίζουν και αρπάζουν «με τα βέβηλα χέρια τους» ότι είναι ελληνικό και από την άλλη τα φερέφωνα τους,  κάνουν τον Σιμωνίδη επιθετικό.
            Για να καταλάβει ο αναγνώστης το χαρακτήρα του Σιμωνίδη, παραθέτω δύο μαρτυρίες περιηγητών του 15 αιώνα. Ο Anselme d'Adornes Άγγλος κόμης που πήγαινε για το Όρος Σινά και την Ιερουσαλήμ, προφανώς για να κλέψει κειμήλια, έγραφε για τη Σύμη: «το κατοικούσαν Χριστιανοί που ανήκαν σε μια παράξενη ράτσα και που είχαν κακό χαρακτήρα. Γι' αυτό, όταν οι Τούρκοι τους πιάνουν αιχμαλώτους, τους αφήνουν πάλι ελεύθερους, επειδή κανένας δε θέλει να τους αγοράσει για τον κακό χαρακτήρα τους. Κολυμπούν πολύ καλά. Συχνά κολυμπούν από την Τουρκία έως το νησί τους, για να γλυτώσουν από τους αφέντες τους. Η απόσταση από τη στεριά είναι πέντε με έξι μίλια». Ενώ ο Ilericus Martellus, Γερμανός γεωγράφος, έγγραφε: «Το κατοικούν έξυπνοι και δραστήριοι άνθρωποι. Ο μύθος αναφέρει ότι πλάσθηκαν από τον Προμηθέα, το γιο του Ιαπετού, όταν τον εξόρισε εκεί ο Δίας». Αντικρουόμενες απόψεις, που στη σύνθεσή τους δείχνουν χαρακτήρες: πολύτροπους, πολυμήχανους, σκληρούς, αδούλωτους και έξυπνους.
            Αν τώρα ο Rüdiger Schaper διάβαζε την γέννηση της Τραγωδίας του συμπατριώτη του Friedrich Nietzshe (κεφάλαιο 15) θα καταλάβαινε ότι είχε μπροστά του ένα «ηνίοχο», που έβλεπε τους «Ευρωπαίους» ως άρματα και άλογα και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα είναι πολύ χαμηλής ποιότητας και ανεπαρκή για την δόξα των ηνιόχων τους, οι οποίοι θεωρούν παιγνίδι να τα οδηγούν προς την άβυσσο, την οποία αυτοί υπερπηδούν με ένα αχίλλειο πήδημα.
            Ο Σιμωνίδης λοιπόν τους έκανε να ντρέπονται και να τον φοβούνται, γιατί πίστευε ότι έπρεπε να είχαν το θάρρος να παραδεχτούν ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι του κάθε πολιτισμού και ότι όποιος πλησιάζει τα επιτεύγματά τους, παλιά ή νέα, πρέπει να το κάνει με ευλάβεια και όχι να τα βεβηλώνουν, όπως έκαναν αυτοί επί αιώνες.
            Από τη άλλη μεριά οι αντίπαλοί του, έψαξαν να βρουν το ποτήρι με το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαν μια για πάντα να απαλλαγούν απ' αυτόν, δηλαδή το δηλητήριο του φθόνου, της ύβρης, και του μίσους για να καταστρέψουν την αυθύπαρκτη λαμπρότητα του. Όμως γελάστηκαν όπως πολύ σοφά τους προειδοποιούσε ο  Nietzshe.
            Σημειώνω ότι δεν τα λέω αυτά για να σας παρασύρω σε αυτοϊκανοποίηση, αφού τώρα που μαϊμουδίζουμε, που εξευρωπαϊζόμαστε, όπως παλιά μηδίζαμε, δεν μπορούμε να έχουμε αυτές τις απαιτήσεις. Άλλωστε αυτό πολεμά και ο Σιμωνίδης.
            Για το Κωνσταντίνο τα χειρόγραφα που βρίσκει, είναι σαν τα πανέμορφα αγάλματα, που είναι αιώνες θαμμένα στην ελληνική γη ή στα βάθη της θάλασσας. Δεν είναι πεταμένα, ούτε παραμελημένα, απλά περιμένουν τον κατάλληλο χρόνο. Άλλωστε αν ήμασταν Γερμανοί θα τα είχαμε κάνει προ πολλού κανόνια. Πολλά από αυτά είναι σπασμένα και έχουν ανάγκη από ένα απαλό και ειδικό χέρι να τα ξαναφέρει στην αρχική τους αίγλη. Δεν είναι αντικείμενα μανιώδους αναζήτησης του κέρδους και μάλιστα από βέβηλα χέρια. Όμως δεν μπορεί να σταματήσει αυτή την κατάντια, οπότε επεξεργάζεται ένα ιδιοφυές σχέδιο: αυτός ο «ηνίοχος» της γνώσης θα απαξιώσει τους υποτιθέμενους προστάτες των. Έτσι ξεκινάει από την Αθήνα και απαξιώνει τους πρώτους στόχους του. Τους «δωσίλογους» του διαφωτισμού. Εκεί εμπνέεται και την Συμαΐδα.
            Η Συμαΐδα ένα αριστούργημα της λογοτεχνίας, που ο Σιμωνίδης γράφει για να εξυμνήσει, κατά τα Ομηρικά πρότυπα, την πατρίδα του και την ιστορία της στην εκπαίδευση, με κεντρικό πυρήνα την Σχολή της Αγ. Μαρίνας, δεν έχει στόχο να κοροϊδέψει κανένα. Το ότι κάποιος αφελής Άγγλος μπορεί να το πίστεψε, όπως λέει ο  Rüdiger Schaper, δεν ήταν ο στόχος του Κωνσταντίνου. Το κατεστημένο όμως τον μίσησε τόσο πολύ στην Ελλάδα, που αντί να την εισάγουμε στα σχολεία για να μαθαίνουν τα παιδιά λογοτεχνία, την πετάξαμε στα σκουπίδια και διαβάζουμε τις «20.000 λεύγες κάτω από την θάλασσα» του Ιουλίου Βέρν. Από αυτό το πόνημα φαίνεται ποιο ήταν το σαράκι του Κωνσταντίνου, γιατί έβλεπε την αγαπημένη του λαμπρή πατρίδα, τη Σύμη, προδομένη.
            Ο επόμενος στόχος του ήταν η Κωνσταντινούπολη και μετά το Παρίσι. Κατά τον συγγραφέα δεν ξέρει Γαλλικά, και διερωτάται πως έγγραψε τις συστατικές επιστολές για τους διευθυντές των Μουσείων. Ο ίδιος μας λέει πως έμαθε γαλλικά στη Σύμη, δίπλα στον Γάλλο δάσκαλό του Φ.  Βιτάλη, για τον οποίο μάλιστα καυχιέται πως ήταν μαθητής του ξακουστού Γάλλου Δαυΐδ. Δεν διερωτάται όμως πως μπορεί να ήταν και αληθινές, άλλωστε οι σχέσεις του με τον Στούρτζα, του είχε ανοίξει πολλές πόρτες.
            Αφού τελείωσε με το Παρίσι «κατάντησε» στο Λονδίνο, όπως λέει επί λέξη στην βιογραφία του. Την 29 Αυγούστου του 1853 ο Σιμωνίδης παρουσίασε τα χειρόγραφά του στη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία μπροστά σε 500 ανθρώπους «οι οποίοι τον χειροκροτούσαν εγκάρδια για πολλή ώρα», ενώ από την άλλη τον λοιδορούσαν σε όλα τα έντυπά τους, εφημερίδες και περιοδικά.
            Ο τελευταίος σταθμός ήταν η Λειψία, ο ναός των Λογίων της Γερμανίας. Εδώ γράφει και το επίμετρον της ιστορίας του, όταν βλέπει τους Γερμανούς να πανηγυρίζουν για την εύρεση του Σιναϊτικού κώδικα. Ο Σιμωνίδης τους ταράσσει τα σωθικά: «Είναι δικό μου δημιούργημα, εγώ τον έγραψα!!». Το πανδαιμόνιο φτάνει στο αποκορύφωμα του, τους έχει μπλέξει και ξευτελίσει όλους.
            Ο Κωνσταντίνος είχε πάνω στο γραφείο του σκουριασμένα καρφιά. Όταν κάποιος τον ερώτησε τι τα κάνει, αυτός απλοϊκά του απάντησε ότι τα βάζει στο τσάι του, γιατί όταν ήταν στον Άθω το νερό είχε σκουριά και τώρα του λείπει. Ο ανόητος Φράγκος δεν ήξερε πως οι χρωστικές οξειδίων του σιδήρου, αποτελούσαν τα βασικά χρώματα των αρχαίων καλλιτεχνών από την Αίγυπτο ως την Ινδία και την Κίνα. Τα σκουριασμένα καρφιά ήταν εργαλεία της δουλειάς του και όχι γλύκισμα. Όμως ο Σιμωνίδης αρεσκόταν στο να τους πλασάρει τέτοιες ιστορίες, που μου θυμίζουν τα παιδικά μου χρόνια, όταν κάποιος ξένος μας ρωτούσε αυτονόητα για μας πράγματα, του λέγαμε κουτές ιστορίες. Ο Σιμωνίδης, απόμακρος όπως πολλοί Συμιακοί, απόδωσε ως αίτια της συμπεριφοράς του, την μητριά που δεν είχε, την προσπάθεια να δηλητηριάσει τον «γιατρό;» πατέρα του, που υπεραγαπούσε και τέλος ότι κάποιος Βενέδικτος τον εκμεταλλεύτηκε στα επτά του χρόνια. Προφανώς ήταν το πρώτο όνομα που του ήρθε στο νου. Μου θυμίζει τα «καμάκια» της Ρόδου στη δεκαετία του 60, που για άλλες γινόντουσαν μεγιστάνες και για άλλες μόλις είχαν απολυθεί από τη φυλακή, με μόνο στόχο να κερδίσουν τον συναισθηματισμό της στιγμής.
            Μετά τη Λειψία αναχωρεί και πάει στη Αλεξάνδρεια, μένει μια περίοδο εκεί, και μετά φεύγει από τη ζωή με τον τρόπο του. Ένα γράμμα, πλαστό όπως διαπιστώνουν μετά, ανακοινώνει τον θάνατό του από λέπρα. Ένας θάνατος χωρίς πτώμα, που αναγγέλθηκε μόνον σε κάποιο Ροδοκανάκη. Και ενώ ο Σιμωνίδης πέθανε, παρουσιάζεται στη Αθήνα κάποιος Δημήτριος Β΄ Δούκας Άγγελος Κομνηνός Παλαιολόγος Ροδοκανάκης. Ένα όνομα με βυζαντινή χλιδή. Την παρουσία του υπογραμμίζει ένα βιβλίο με τίτλο «Βίος και συγγράμματα του Πρίγγιπος Κωνσταντίνου Ροδοκανάκιδος». Ο Ροδοκανάκης είναι προικισμένος και τελικά καταλήγει στην Αγγλία, όπου προβιβάζεται σε «ιατρό της αυλής» και πεθαίνει το 1902. Μια έξοδος αντάξια ενός αρχαίου Έλληνα νομοθέτη, ενός θαρραλέου ηνιόχου που άφησε το άρμα να πέσει στο βάραθρο, στο χάος, και εκείνος αναλύφθηκε στους επτά ουρανούς της αιωνιότητας που δημιούργησε.
            Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης είναι ο άγγελος της αποκάλυψης, είναι ο τιμωρός που έρχεται από τα παλιά και που καταδίκασε τους αδαείς «λόγιους» της Δύσης σε μια αιώνια αγωνία, κάτι σαν τη κόλαση του Δάντη. Θα τους καίει η φωτιά που άναψαν μέσα τους, η φωτιά της συνεχούς αναζήτησης του «αυθεντικού», αφού το περιεχόμενό τους είναι ξένο. Είναι τόσο ξένο που υπήρχαν Άγγλοι λόγιοι που υποστήριζαν ότι οι μεταφράσεις του Ομήρου από τον Πόουπ ή τον Τσάπμαν, ήταν καλύτερες από το ενδιαφέρον μεν, εντέλει όμως βαρβαρικό πρωτότυπο. Έτσι η χίμαιρα της αιώνιας αναζήτησής του αυθεντικού θα τους τρώει σαν το σαράκι, με το φάντασμα του Κωνσταντίνου να τους επιτηρεί. Ο Σιμωνίδης θριάμβευσε και έστειλε στα τάρταρα αυτούς που σύλησαν με τα βάρβαρα χέρια τους τον κόσμο του, τον όμορφο ελληνικό κόσμο, τον κόσμο της Σύμης του.
            Διαβάστε το πόνημα του  Rüdiger Schaper, με το πρίσμα που σας χάρισα, θα ενθουσιαστείτε με την ομορφιά του Κωνσταντίνου!!!



[1]    Η Σύμη με άλλα έντεκα νησιά του Αιγαίου ήταν αυτοδιοικούμενη και φόρου υποτελής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά την Συνθήκη που υπέγραψαν οι Συμιακοί με τον Σουλτάνο Σουλεϊμάν (1540)
[2]  ωργίου Θ. Βεργωτή «Το Κοινόν της Σύμης και η εκπαίδευσή του» Ιερά μονή Πανορμίτου
[3]       Ο Ιωάννης Φωτιάδης έγινε κληρικός με το όνομα Ιερόθεος και διετέλεσε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Ταξιάρχου Μιχαήλ του Πανορμίτου από το 1839 – 1860.
[4]             Το έτος 1817 ο Κων/νος Βαρδαλάχος δέχθηκε πρόσκληση για να διδάξει στο νεοϊδρυθέν Ελληνικό σχολείο της Κοινότηος Οδησσού, γιατί δεν έβλεπε ευόδωση των ελπίδων του στη σχολή της Χίου. Το έτος 1819 ο Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος επιστρέφει στο Βουκουρέστι για να διδάξει στη σχολή που προόριζε για Ακαδημία Φιλολογίας ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος.
[5]             Ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων (1780-1857) ήταν Έλληνας λόγιος και εκπρόσωπος του Νεοελληνικού διαφωτισμού.
 =============

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κ.Φαρμακίδη από όλους εμάς για το παραπάνω . 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

back to top